ἀποβάλλω — throw off pres subj act 1st sg ἀποβάλλω throw off pres ind act 1st sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αποβάλλω — αποβάλλω, απέβαλα βλ. πίν. 146 … Τα ρήματα της νέας ελληνικής
αποβάλλω — όβαλα, βλήθηκα, βλημένος, μτβ. 1. διώχνω, αποπέμπω: Χθες τον απόβαλαν από το σχολείο. 2. βγάζω: Απόβαλε τα ρούχα του κι έπεσε στη θάλασσα. 3. αμτβ. (για έγκυο), κάνω αποβολή, γεννώ πρόωρα: Ήταν τριών μηνών, αλλά απόβαλε … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
ἀποβάλησθε — ἀποβάλλω throw off aor subj mp 2nd pl ἀποβάλλω throw off aor subj act 2nd pl (epic) ἀποβά̱λησθε , ἀποβάλλω throw off aor subj mid 2nd pl (doric) ἀποβά̱λησθε , ἀποβάλλω throw off aor subj act 2nd pl (epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀποβάλῃ — ἀποβάλλω throw off aor subj mp 2nd sg ἀποβάλλω throw off aor subj act 3rd sg ἀποβά̱λῃ , ἀποβάλλω throw off aor subj mid 2nd sg (doric) ἀποβά̱λῃ , ἀποβάλλω throw off aor subj act 3rd sg (doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀποβαλοῦσι — ἀποβάλλω throw off aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀποβάλλω throw off fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἀποβάλλω throw off fut ind act 3rd pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀποβαλοῦσιν — ἀποβάλλω throw off aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀποβάλλω throw off fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἀποβάλλω throw off fut ind act 3rd pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀποβάλετε — ἀποβάλλω throw off aor imperat act 2nd pl ἀποβά̱λετε , ἀποβάλλω throw off aor subj act 2nd pl (epic doric) ἀποβάλλω throw off aor ind act 2nd pl (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀποβάλλεσθε — ἀποβάλλω throw off pres imperat mp 2nd pl ἀποβάλλω throw off pres ind mp 2nd pl ἀποβάλλω throw off imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀποβάλλετε — ἀποβάλλω throw off pres imperat act 2nd pl ἀποβάλλω throw off pres ind act 2nd pl ἀποβάλλω throw off imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)